Τζων Χηθ-Σταμπς (Μεγάλη Βρετανία), «Στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη»

Αν έφθανα νωρίτερα, αν έφευγες αργότερα,
θά 'χαμε ίσως γνωριστεί, Monsieur Καβάφη:
θα συναντιόμαστε σ' εκείνους τους ασήμαντους
δρόμους —φασματικά στενά που ακολουθούν
τους εμφανείς ακόμη άξονες μιας πόλης
αφανισμένης— αρκετά φαρδείς και τώρα
για να περάσει ένα άρμα ρωμαϊκό.

Έτσι μου μένει μόνο να κοιτάζω
το σπίτι που κατοίκησες (όπως βεβαίως
έχουν τοποθετήσει πλάκα).
Μια κατοικία αστική, παρόμοια
μ' όλες τις άλλες — στην επίπεδη σκεπή
τις θλιβερές τους τρίλιες σέρνουν οι τουρλίδες.

Στα χρόνια σου, το ισόγειο ήταν οίκος ανοχής,
μαθαίνω. Là bas, la chair, έλεγες, ici l' esprit.

Κι αν είχαμε συναντηθεί και συστηθεί,
θα υπήρχε άραγε για μένα, αναρωτιέμαι,
τρόπος καλύτερος να επικοινωνήσω
με σένα, απ' ό,τι έχω τώρα
που είσαι πια νεκρός: με σένα που περπάτησες
αυτούς τους δρόμους συζητώντας με βυζαντινούς
αξιωματούχους, αλεξανδρινούς γραμματικούς,
κοινά χαμίνια μεταμφιεσμένα σε θεούς;

Όμως ακόμη περπατάς, γνωρίζοντας
όπως απ' τη νεότητά σου γνώριζες, πως πάντα
η ίδια πόλη μας ακολουθεί παντού
με μιαν υπέροχη ανία μεγαλείου,
η πόλη αυτή που ίδια πάντα φεύγει,
το ίδιο φτωχικό νησί που δεν μας γέλασε.

Αν έφευγες αργότερα, αν έφθανα νωρίτερα,
μπορεί, αγαπημένε ποιητή, να είχαμε συναντηθεί —
περίπτωση όχι και τόσο άγνωστη
στην Αλεξάνδρεια, την πόλη που αγαπούμε.

μτφ. Διονύσης Καψάλης

[πηγή: Συνομιλώντας με τον Καβάφη. Ανθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων, επιμ.: Νάσος Βαγενάς, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 262-263]

info