Κωστή Παλαμά, «Σολωμός»

Τόσω σε νοιώθω μέσα ’ς την καρδιά μου,
Που τόρα τρέμω μήπως και σε χάσω,
’Σ των στίχων μου τη γύμνια, ποιητά μου,
Απ’ τα ζεστά μου στήθη αν σ’ ανεβάσω.

Βαθειά κ’ εσύ μέσα ’ς το νου κλεισμένη
Έκρυβες την ιδέα, λάμψι θεία,
Κ’ εκύτταζες με στίχους καμωμένη
Για να της πλάσης άξια κατοικία.

Γι’ αυτό ’ς των τραγουδιών σου το βιβλίο
σκόρπιοι, ριγμένοι ’σαν από την τύχη,
μισόπλαστοι, ένας ένας, δύο δύο,
μαζή αστράφτουν και σβύνουν τόσοι στίχοι!

Στίχοι ’σαν περιστέρια χωρίς ταίρι,
στίχοι, ταιράκια, μα χωρίς φωλιά,
στίχοι ’σά’ ρόδου φύλλα που τ’ αγέρι
τα σκόρπισε από την τριανταφυλλιά.

Μα μέσα σου εξύπναε ξαφνικά
Η φαντασία, δύναμι γεμάτη,
Κι’ ό,τ’ έχτιζες εσύ πονετικά,
Τα γκρέμιζε ’σά’ χάρτινο παλάτι.

Γιατί για την ιδέα, λάμψι θεία,
Δεν έφταναν των στίχων σου τα κάλλη·
Και ήταν η ’δική σου φαντασία,
Παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη.

’Σ της θάλασσας επάνω τα νερά
Ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώσι
Βαρύν αγώνα είχε μια φορά
Παλάτι ξακουστό να θεμελιώση.

Το ξακουστό παλάτι την ημέρα
’Σ τα κύματα χτιστό θαμποβολούσε,
Μα όταν η νύχτ’ απλώνοταν ’κεί πέρα,
Νεράιδα πεισματάρα το χαλούσε.

Ενίκησ’ ώς το τέλος ο τεχνίτης
Κ’ ερρίζωσε το θαύμα του ’ς το κύμα...
— Εσύ πριν να νικήσης την ορμή της,
Αχ! η νεράιδα σ’ έβαλε ’ς το μνήμα!

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τόμος πρώτος, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., σ. 136-137]

info