Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «O Καλόγερος. Μικρά μελέτη»
(απόσπασμα)

[...]

εικόνα

Charles Sims, Είμαι η άβυσσος και είμαι το φως (1928). Τέμπερα σε καμβά [πηγή: Tate Modern, Λονδίνο]

Μετά την πρώτην οπτασίαν των μοναστηριακών αναμνήσεων, των κοκκίνων και κυανών υέλων των θυρίδων του βυζαντινού ναού, των υποσκοτείνων χιβάδων, των εζωγραφημένων εις τους τοίχους μελαγχολικών Αγίων, των κυανών καπνών του θυμιάματος, των χρυσοκεντήτων ποδιών, των εικόνων με τα αργυρά και χρυσοκαπνισμένα «υποκάμισα», των αργυρών και χρυσεγγλύπτων λειψανοθηκών, του κοκκινίζοντος διά των θυρίδων στερεώματος, του μυστηριώδους λυκαυγούς, της ροδιζούσης ανατολής, των στρουθίων των κελαδούντων εις τα φυλλώματα γιγαντιαίων κυπαρίσσων, της γενναίας φύσεως και του κλίματος, των ατελευτήτων δασών της καστανέας, επανήρχοντο πάλιν εις την φαντασίαν του αι δύο μικραί νεάνιδες με τα ωχρά πρόσωπα, με την λευκήν ατημελή περιβολήν των, με το πλέξιμόν των κρεμάμενον από του τραχήλου, με τους ισχνούς βραχίονας και τας λεπτάς χείρας, με τα κονδυλένια δάκτυλα, με τους λευκούς λαιμούς των, με τους υγρούς οφθαλμούς, με τους κυανούς κύκλους ολόγυρα, με τα αθώα και τρυφερά βλέμματά των. Επανήρχοντο και ήθελον διά της βίας να λάβωσι κατοχήν της καρδίας του. Αλλά παράδοξον! Η γραία, η αγωνιζομένη να προασπίση την αρετήν των, ως έμψυχος ασπίς, εγίνετο τότε διά μιας, διά τον πτωχόν καλόγηρον, ασπίς και βασιλίσκος, ωρθούτο φοβερά, ύψωνε την κεφαλήν, συνεστρέφετο, εσύριζε κ᾽ εζήτει να τον δαγκάση εις το στόμα του… το οποίον απέπνεεν οσμήν χώματος κ' επιψαύσεως σαρκός.   

Και ένθεν και ένθεν αυτής αι δύο κορασίδες εγίνοντο αμυδραί, αόριστοι, ητμίζοντο, ελάμβανον ύπαρξιν ονειρώδη, μετεμορφούντο όλως. Και μετ' ολίγον επεφαίνοντο φύουσαι μικρά πτερύγια εις τους ώμους, αι χείρες των εγίνοντο άφαντοι, οι λαιμοί των ελεπτύνοντο, εμηκύνοντο, τα πρόσωπά των ωξύνοντο, εγίνοντο ρύγχη, μετεμορφούντο εις δράκοντας απειλητικούς. Και εις το μέσον των η γραία μετέβαλλε πάλιν μορφήν, ήνοιγε το στόμα της ως φρέαρ, τα μέλη του σώματός της εξηλείφοντο, εγίνετο όλη στόμα, στόμα χάσκον και έτοιμον να καταπίη. Αυτή ήτον η πύλη της Κολάσεως, κ' εκείναι οι δύο δράκοντες οι αγρυπνούντες μη τις των αμαρτωλών εξέλθη της Γεέννης.

Ο καλόγηρος ετινάζετο φρίσσων επί της κλίνης του, εξύπνα τρέμων, και πάλιν εβυθίζετο εις νάρκην και κάρωσιν. [...]

[πηγή: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τ. 2, κριτ. έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 21989, σ. 336-337]

info