Λεφτέρη Ραφτόπουλου, Το μήκος της νύχτας. Μακρόνησος '48-'50 (απόσπασμα)

Πες ότι σου πήραν την υπογραφή (ο Θεός κι η ψυχή σου ξέρουν το πώς), έστειλες επιστολές (αυτές μπορεί να μη σου τις πήραν, αλλά να σου τις έδωσαν έτοιμες) και πίστεψες πως πάει πια: τελείωσες, ξεμπέρδεψες, «τακτοποιήθηκες». Όπου και να ’ναι φτάνει ο «αποχαρακτηρισμός» σου. Και μόλις έρθει εκείνος φεύγεις εσύ, με φύλλο πορείας για Γράμμο ή Βίτσι, όπου θα βρεθείς «παρά το πλευρόν των εθνικών μας δυνάμεων που μάχονται εναντίον των κομμουνιστοσυμμοριτών» κ.λπ.

Από δω και πέρα, αφού «αποχαρακτηρίστηκες», το Γ σου πάει. Τέλος στο φάκελό σου: Θα σου εμπιστευθεί πια όπλο η πατρίς, θα ’χεις τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους, σαν φαντάρος σήμερα, σαν πολίτης αύριο-μεθαύριο. Θ’ ανοίξουν όλοι τις αγκαλιές τους για σένα, θα θυσιάσουν και κάναν μόσχο σιτευτόν για χάρη σου! (Και θα σκάσουν και μερικοί-μερικοί που δεν υπήρξαν και του λόγου τους «άσωτοι» σαν εσένα και δε θα πάρουν τώρα ούτε μεζέ!)

Ταλαίπωρε! Πολύ φούντωσαν τα μυαλά σου με το που δε σε ξανατράβηξαν στο «γραφείο ηθικής αγωγής». Δεν το έπιασες καλά το νόημα. Με μια «υπογραφή» σου νόμισες πως θα σου έλεγαν «ορίστε, περάστε, όλα δικά σας»; Αυτό λες ήθελαν; Άργησες λιγάκι να μπεις στο νόημα που λέγαμε: Εκείνοι μόνο την ταπείνωση και τον ξεφτελισμό σου θέλαν! Όσο για το Γ που θα εξαφανιζόταν, ε, τί να σου πει κανένας;

Μπορεί εκείνο το Γ (= «επικίνδυνος κομμουνιστής») να ’φευγε απ’ το χαρακτηρισμό της «κατηγορίας» σου. (Όχι πως πήγαινε και μακριά ή χανόταν οριστικά: κάπου εκεί κοντά έφερνε βόλτα και παραμόνευε, έτοιμο να γυρίσει αστραπιαία πίσω και να σε ξανασταμπάρει.) Δε σου είχε πει κανένας τους ότι στη θέση του Γ θα ’ρχόταν ένα Β (= «ενεργός κομμουνιστής»!) Σε λίγες περιπτώσεις μπορεί και να εμφανιζόταν το εκλεπτυσμένο Α (= «συμπαθώς κομμουνιστής»!) Με λίγα λόγια: και στις δυο (μετά το Γ) «επιεικέστερες» κατηγορίες η λέξη «κομμουνιστής» δεν έφευγε! Έμενε σταθερά και φιγουράριζε μεγαλοπρεπώς, — άσχετα αν το δικό σου μάτι δεν την έβλεπε!

Όσο για το Ε (= «εθνικόφρων») αυτό γραφόταν σπανιότατα και μόνο για όσους είχαν ανέκαθεν περγαμηνές πατροπαράδοτης εθνικοφροσύνης και ήταν αδιαφιλονίκητα «ημέτεροι», ή είχαν καταφανέστατα (δηλαδή όχι μονάχα με λόγια αλλά και με έργα) αποδείξει την «εθνικοφροσύνη» τους, με την τότε σημασία της λέξης.

Κι άλλωστε, εδώ που τα λέμε, έτσι καταπώς η λέξη «εθνικόφρων» είχε πάρει τον… κακό δρόμο (στον οποίο μόνιμα κυκλοφορούσαν κάποιοι «επαγγελματίες» της «εγνωσμένης» εθνικοφροσύνης, τσιράκια των ιταλογερμανών και λογής-λογής αποβράσματα μιας άθλιας εποχής) δεν ξέρεις πόσοι θα δέχονταν την «παρέα» αυτής της λέξης στα χαρτιά τους. Οι πιο πολλοί και μόνο στο άκουσμά της γύριζαν πλάι κι έφτυναν στον κόρφο τους!

Ό,τι και να πεις όμως, αυτό το Ε είχε φτάσει να λειτουργεί σαν παντοδύναμη συστατική επιστολή. Στους φορείς του, και με τις τότε κυβερνήσεις, άνοιγε δύσκολες πόρτες, τακτοποιούσε άμεσα εκκρεμότητες, ικανοποιούσε τα πιο απίθανα αιτήματα. Για όσους όμως δεν το είχαν έκλεινε δρόμους, ύψωνε τείχη και φράγματα, στερούσε αναγνωρίσεις, δημιουργούσε αφόρητες καταστάσεις. Αν δεν το ’χες, η ρετσινιά του «κομμουνιστή» δεν έφευγε από πάνω σου, ακόμα κι αν ήσουν στο στρατό και πολεμούσες στα βουνά των ανταρτών.

Αν δεν τα είχες δει με τα μάτια σου όλα αυτά, εύκολα θα ’λεγες ότι πρόκειται για υπερβολές ή και για φαντασιώσεις. […]

[πηγή: Λεφτέρης Ραφτόπουλος, Το μήκος της νύχτας. Μακρόνησος ’48-’50. Χρονικό – Μαρτυρία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 21997, σ. 96-97]

info