Γεωργίου Τερτσέτη, «Το φίλημα. Δοκίμιον εθνικής ποιήσεως»
(απόσπασμα)

1.
Ελλάδα μου, πατρίδα μου, ω τάφε των γονιών μου,
ω καλή γη, που γεύθηκα πρώτη φορά τον ήλιο,
κι είδα τ’ αστέρια της νυκτός και την γλυκειά σελήνη,
κι ήκουσα τα λαλούμενα στο ήσυχ’ ακρογιάλι·
κι είδα κοράσια να πηδούν και νέες πανδρεμένες
και το φεγγάρι τα ξανθά μαλλιά τους να φωτίζει·
τα παλληκάρια με φωνή ακοίμητη κι ωραία
ηχολογούσαν του έρωτος ή της αυγής τα κάλλη,
ή τον Μιαούλη τραγουδούν, ή των Ψαρρών τους νέους,
που καίουν, θάφτουν τον εχθρό στην ώρα που δειπνούσε.
Καλή πατρίδα μ’, άκουσε νεώτατο τραγούδι.

[…]

4.
Ελλάδα, πόσο εχάρηκες όταν στ’ Ανάπλι είδες,
είδες σαν άστρα τ’ ουρανού ν’ αράζουνε καράβια·
απ’ το πορνό αράζανε ώς την δροσιά της νύκτας,
μ’ ακοίμητα λαλούμενα καθένα ηχολογούσε,
κι ότ’ έρριχναν το σίδερο κι ενώ ’δαν τ’ ακρογιάλι,
από τους βράχους τ’ Αναπλιού μέγα τραγούδι βγαίνει·
ομορφονιές και γέροντες και νέοι τραγουδούνε,
μ’ άνθη στολίζουν τον γιαλό τ’ απάρθενα κοράσια,
μ’ άνθη όσ’ έχει η άνοιξη κι όσα το καλοκαίρι.

[…]

[πηγή: Τερτσέτης, Άπαντα. Τόμος πρώτος. Τα λογοτεχνικά, επιμ. Γ. Βαλέτας, πρόλ. Μαρίνος Σιγούρος, Εκδόσεις «Πηγής», Αθήνα 1954, σ. 58-59]

info